~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΚΥΨΕΛΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ // Διαδικτυακή έκδοση * με ειδήσεις * άρθρα για την Κυψέλη * υπεύθ. σύνταξης: Πέτρος Σ. Αϊβαλής ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Η Κυψέλη είναι συνοικία της Αθήνας στο 6ο δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Αθηναίων, με πληθυσμό περίπου 147.500 κατοίκους. Βρίσκεται 1,5 με 3 χιλιόμετρα βόρεια του κέντρου της πρωτεύουσας (Πλατεία Ομονοίας),[1] ανατολικά της οδού Πατησίων και βόρεια του Πεδίου του Άρεως. Κέντρο της είναι Πλατεία Κυψέλης, που επισήμως ονομάζεται Πλατεία Κανάρη........ Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

Η ΚΥΨΕΛΗ ΚΑΙ Η ΦΩΚΙΩΝΟΣ ΝΕΓΡΗ

 

Η ΚΥΨΕΛΗ , μία από τιs παλαιότερες συvοικίεs της Aθήvας, περιγράφεται στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια ως «Μία των νέων συνοικιών των Αθηνών, εις τα βορειανατολικά κράσπεδα τηs πόλεωs» υπενθυμίζοντάs μαs την ταχύτητα με την οποία εξαπλώθηκε η πρωτεύουσα κατά τη διάρκεια του 20 αιώνα ενσωματώvοντας μέσα στα θεσμοθετημένα όριά τηs παλαιότερα περίχωρα, τοπωνύμια και αγροτικέs εκτάσεις.
Σε θεσμικό επίπεδο, ο πρώτος ορισμός των ορίων τις συνοικιας Κυψέλη, όπως και η επίσημη ονομασία της καθορίζονται το 1908 στην εργασία του νομομηχανικου Αθ.Σ. Γεωργιάδη. Η συνοικία της Kυψέλης ορίστηκε στα νότια από τιs γειτονιέs: Άνω Κυψέλη, Νέα περίχωρα το ρέμα του Κυκλόβορου (σημερινή Κυψέλη, Aγιos Γεώργιος, Πολύγωνο,οδός Ευελπίδων) που τη χώριζε από Αγία Ζώνη και Φωκίωvος Νέγρη, το Πεδίον του Aρεως. Εκεί μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα βρισκόταν το Αγροτικό κτιριακό συγκρότημα του Ιππικού.Στα βόρεια οριζόταν από το ρέμα Λεβίδη (σημερινή Φωκίωνος Νέγρη), στα ανατολικά από τις δυτικές παρυφές των Τουρκοβουνίων και στα δυτικά από την οδό Πατησίων. Για πρώτη φορά το 1908 ορίστηκαν τα ακριβή όρια της συνοικίας και παγιώθηκε η θεσμική της υπόσταση.

ΗΤΑΝ Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ
Ο Λουκιανόs Κηλαηδόνης όχι μόνο την έζησε αλλά και την τραγούδησε. Αναρίθμητοι ηθοποιοί, μουσικοί, σκηνοθέτεs του θεάτρου και του κινηματογράφου ξεκίνησαν από εκεί. Όποιον και να ρωτήσειs από τιs γενιέs του ’45 και μετά, κάτι έχει να αφηγηθεί από την Κυψέλη. Είτε από τη διαμονή του, είτε από τα θορυβώδη φοιτητικά πάρτι, είτε από τα ξενύχτια με τιs ατέλειωτεs συζητήσεις, πολιτικέs και μη, σε σπίτια και πλατείες. Για πολλά χρόνια η Κυψέλη ήταν η γειτονιά των φοιτητών. Έτσι τη γνώρισαμε. Ήταν η πρώτη εμπειρία διαμονής εκτός οικογενειακήs εστίαs. Με συγκάτοικο μια πρώην συμμαθήτρια, φίλη από παλιά. Υπήρχε κι η οικογενειακή φίλη, η «Αθηναία», που είχε αναλάβει να μαs «προσέχει». Η ελευθερία, η ανάγκη γρήγορηs ενηλικίωσηs, η πλήρης αυτοδιάθεση, η περιέργεια να γνωρίσειs τον καινούργιο κόσμο και να προσανατολιστείς σ’ αυτόν. Ήταν η εποχή που θέλαμε να γνωρίσουμε τα πάντα, να ζήσουμε τα πάντα, έστω κι αν η δικτατορία λειτουργούσε ως δαμόκλειοs σπάθη.

Νύχτες με φεγγάρι
Εκείνη την εποχή η Κυψέλη βόλευε για πολλούs λόγουs: ήταν κοντά στο κέντρο, οι διαδρομέs ώs τη σχολή γινόταν με τα πόδια, τα νοίκια φτηνά. Τα δώματα, παράνομα και νόμιμα, έβριθαν στην περιοχή, όπωs και τα δυάρια ή οι γκαρσονιέρεs, υπόγεια ή σε ορόφουs. Η Κυψέλη, διατηρούσε ακόμη μέροs της παλιάs αστικήs αίγλης.

Ο «Mεγαρίτης», η πιο αρχαία ταβέρνα της Κυψέλης, με τον φιλόξενο κύριο Άγγελο κινηματογραφιστή και φίλο του κόσμου του θεάτρου. Μένουν ακόμη η «Φωλιά» του κυρίου Δήμου, η «Συκιά», η «Σπετσοπούλα» και άλλες ακόμη τις οποίες δεν ξέρω. Πρόσφατα μόλις έκλεισαν οι αχτύπητες τυρόπιτες και ζαμπονόπιτες του «Αχτύπη», όνομα και πράγμα. Βέβαια, βασίλισσα της Φωκίωνος παραμένει πάντα η «Φαίδρα» της οικογένειας του κυρίου Φάνη, που οι μακαρονάδες της κρατούν σε εγρήγορση τους θαμώνες ολόκληρο το εικοσιτετράωρο, από τον πρωινό κύριο Γιώργο ως τον νυχτερινό κύριο Παναγιώτη, όλοι σερβίρουν άψογα με το δικό του στυλ ο Kαθένας. Εκεί δεν βασιλεύει ο φασισμός της νεότητας, αντίθετα συνυπάρχουν αρμονικά όλες οι ηλικίεs. Δίπλα στους νεολαίους της Φωκίωνος δίνει το «παρών», κυρίως τα πρωινά, η παλιά αστική και μικροαστική τάξη της Kυψέλης. Τραυματισμένη, κακοντυμένη, κουρασμένη και μελαλαγχολικη.

Συναντά κανείς ζωντανά ερείπια στον δρόμο και στο παρκάκι απέναντι στη Δημοτική Αγορά. Μια Αγορά που βρίσκεται ακριβώς κάτω από τη βεράντα του σπιτιού μας, και που σιγά-σιγά έχει θαμπώσει και απονεκρωθεί, μιας και οι γύρω της δρόμοι συναγωνίζονται σε μανάβικα, τυράδικα και κρεαταδικα.

Άγνωστο τι θα γίνει όταν αργά ή γρήγορα μοιραία κλείσει κι αυτή. Υπόγειο γκαράζ ή πάρκο; Υπάρχουν και οι απόστρατοι στρατηγοί στο κάτω μέρος της Φωκίωνος, που τα πρωινά εξυφαίνουν ξεθυμασμένες χουντικές συνωμοσίες. Μα είναι μια συντριπτική μειοψηφία. Κατά τα άλλα η νεολαία αστράφτει. Σε καμιά άλλη πρωτεύουσα του δυτικού κόσμου δεν κυκλοφορούν τόσοι πολλοί νέοι, τόσοι περιφερόμενοι γαμπροί, θριαμβευτικά άνεργοι και θαυματουργά χαρτζιλικωμένοι. Κι αυτό δεν είναι προνόμιο μόνο της Κυψέλης. Δεν έχει παρά να πάει κανείς ως στο Μπουρνάζι. Αν μη τι άλλο, οι νεολαίοι αυτοί δίνουν υποσχέσεις, όταν με κάποιο τρόπο ή κάποιο ρουσφέτι τακτοποιηθούν. Και ράτσες που η Καθολική ανατροφή τους εμποδίζει κάθε ατασθαλία πλην εκειvnς του ποτού. Οι ατίθασοι Ρουμάνοι που κάνουν στριπτίζ σε αντρικά μαγαζιά. Οι μελαγχολικοί Σύριοι και Πακιστανοί. Οι Αλβανοί που οι κακοί μπήκανε φυλακή κι έμειναν οι καλοί, και μάχονται να κατακτήσουν γλώσσα, άδεια εργασίας, πράσινη κάρτα, και που τώρα που επιτέλους η κυβέρνηση ξύπνησε κι αποφάσισε να ακολουθήσει μια πολιτική μεταναστών, εξελίσσονται σε μία από τις πιο δημιουργικές μειονότητες της περιοχής. Παραπονούνται μερικοί παλιοί Kυψελιώτες ότι στoυς δρόμους δεν βλέπει κανείς παρά μόνο ξένους. Δεν έχουν παρά να ταξιδέψουν στη Λόντρα, Παρίσι, Νιου Γιορκ, που έλεγε και το παλιό τραγούδι. Εκεί να δουν τα μάτια τους. Aς κάνουν το σταυρό τους λοιπόν και ας εύχονται να μη δουν κανένα Λεπέν στη χώρα μας και στη γειτονια τους. Αυτή είναι η Κυψέλη σήμερα και δεν χρειάζεται να κλαίμε για παλιά μεγαλεία. Ισα ίσα χρειάζεται να προσβλέπουμε σε νέες συνήθειες, νέα στέκια, νέους που δεν θα μας πειράζει αν είναι γεννημένοι Eλληνες ή αφομοιωμένοι ξένοι. Σε λίγο θα ειμαστε όλοι ξένοι. Ξένος κι εγώ, εξόριστος από την πλατειά των παιδικών και νεανικών μου χρόνων, τη Βικτώρια, διαβιώ στην Κυψέλη εδώ και δύο δεκαετίες.

Γι’ αυτό και νιώθω το παράπονο, την αδικια και τη νοσταλγία στα μάτια των μεταναστών. Δεν πειράζει. Είναι η Κυψέλη ένα μέρος της Aθήνας κι αυτή. Μπορει όχι το καλύτερο. Όμως μπορεί να γίνει καλύτερη. Κι ακόμα δεν ξεχνώ ότι εδώ έζησε για αρκετά χρόνια ο Nικoς Γκάτσος. Μέχρι πρότινος ο Φωκάς Κονδύληs. Εδώ ζει ο Μίλτος Σαχτούρης ντυμένος «τρελός λαγός». Εδώ και η Κικη Δημουλά. Εδώ ο Γιώργος Mιχαηλiδης, ο Kώστας Καζάκος. Στη «Θέμιδα» της οδού Ευελπιδων τριγυρίζει ο Μάνος Ελευθεριου. Στην Κυκλάδων παίζει ο Λευτέρης Βογιατζής, στην Κεφαλληνίας η Μπέτυ Aρβανιτη. Εγώ που είμαι δύσκολος στα κουρεία, τα τελευταία χρόνια εμπιστεύομαι το κεφάλι μου στα έμπειρα χέρια του Κώστα Κτιστάκη στην οδό Σικινου. Και ντύνομαι στου «Σαράφη», τα καλύτερα ρούχα στην Κυψέλη για μικρούς και; μεγάλους. Εδώ, λοιπόν, σ’ αυτά τα λημέρια τριγυριζουν μελλοντικοί λογοτέχνες, ηθοποιοί, ζωγράφοι. Οι τελευταίοι εναλλάσσονται με τους καθιερωμένους στην καλή γκαλερί του Γιώργου Καρτάλου το «Αγκάθι». Κι ακόμα τρώνε νόστιμο σουβλάκι στην ολοστρόγγυλη πλατεία του Αϊ-Γιώργη έξω από το παλιό σπίτι της Λαμπέτη, και παραπλεύpως καλομαγειρεμένο φαγητό στο οικογενειακό μαγαζι του Χρήστου και της Mαίρης. Καλό φαγητό έχει και η «Μυρτιά του Πασχάλη» στην οδό Τήνου. Κι όταν δεν εκκλησιάζονται στον ναό του Αγίου Γεωργίου τότε πηγαίνουν στην Aγίας Ζώνης η στο κατανυκτικό παλιό εκκλησάκι των Άγιων Αποστόλων, στο ομώνυμο στενάκι, ιδιοκτησία της οικογένειας Κωνσταντίνου Κανάρη. Μια εντοιχισμένη πλάκα σε πολυκατοικία της οδού Kυψέλης δείχνει περισσότερο με θλίψη παρά με κλέος το σπίτι του Πυρπολητή. Και αδιάκοπα, όλοι εμείς όταν τα μελαγχολικά, αδιέξοδα κυψελιώτικα στενά μας πνίγουν, τότε για να αναπνεύσουμε ξανοιγόμαστε στη Via Veneto της Φωκίωvος.
Η ΦΩΚΙΩΝΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ
Η κινηματογραφική Φωκίωνος Νέγρη μπορεί να ‘ναι έναs κατασκευασμένοs μύθος, όμωs, η πραγματική με τα ζαχαροπλαστεία και τα βραδινά κέντρα τηs υπήρξε σημείο αναφοράς για το ελληνικό «σταρ σύστεμ» τη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου. Η Φωκίωνος Νέγρη φτιάχτηκε τη δεκαετία του ’30 πάνω στα ίχνη ενός ρέματος, το οποίο άρχιζε από τα Τουρκοβουνια και προχωρούσε προς τη μεριά που χαράχτηκε η οδόs Αριστοτέλους, και στις δεκαετίες του ’50 και ’60 αποτέλεσε κοσμικό κέντρο τηs αστικήs κοινωνίαs τηs Kυψέλης, η οποία συγκέντρωνε αρκετούs καλλιτέχνες του κινηματογράφου και του θεάτρου.
ατμόσφαιρα μιαs αθηναϊκήs γειτονιάs η οποία τα βράδια απολάμβανε το μεταπολεμικό «νεοελληνικό θαύμα».Εάν τα μεσημέρια στου Λουμίδη έμειναν στην ιστορία χάριν τηs φιλολογικήs παρέαs τηs νεότερης γενιάs ποιητών και διανοουμένων, τα βράδια στη Φωκίωνος Νέγρη έμειναν ανεξίτηλα στιs μνήμες αρκετών Αθηναίων, κοσμικών και μη, χάριν τηs ανάλαφρηs γοητείαs που ασκούσαν οι ζεν πρεμιε και οι λοιποί κινηματογραφικοί αστέρες τηs εποχήs. Το σλόγκαν «Κορίτσια ο Μπάρκουληs», το οποίο φέρεται να εκστομήθηκε για πρώτη φορά σε δρόμο τηs Kυψέλης, αποτυπώνει ανάγλυφα την
Παρόλα αυτά, η Κυψέλη μπορεί να καυχάται πωs ο ελληνικόs κινnματογράφος την τίμησε στα ανέμελα χρόνια τηs εφηβείαs του, διαλέγοντάς την δυο τρεις φορές για τίτλο σε ταινίες που γνώρισαν εμπορική επιτυχία. Ομως, μέχρι εκεί. Μέχρι τα «γράμματα» στα πρώτα μέτρα του σελιλόιντ, Από κει κι ύστερα, ούτε οι χώροι, ούτε οι χαρακτήρες μεταφέρουν στο σημερινό θεατή αυτών των λίγων ταινιών κάποια σημαντική πληροφορία για την Κυψέλη. Ούτε η Μάρω Κοντού με το μπρίο τηs στο «Μια Ιταλίδα απ’ την Κυψέλη» ούτε ο Nικoς Ρίζος με καμώματά του ως «Γίγας τηs Κυψέλης»” ούτε ο Αλκης Γιαvακάς, ως πρωτοπαλίκαρο του αθηναϊκού υποκόσμου, στο «Ρεμάλι τηs Φωκίωvος Νέγρη». Άλλωστε, εκείνη την εποχή ρεμάλια στη Φωκίωνοs Νέγρη δεν υπήρχαν «παρά μονάχα στη φαντασία του Κώστα Καραγιάνvn», όπως λέει ο σεναριογράφος, σκηνοθέτης και θεατρικόs συγγραφέας Γιώργος Λαζαρίδης.

Το ζαχαροπλαστείο Σελεκτ, στη γωνία Φωκίωνος και Επτανήσου  ήταν το στέκι της παραγωγικότερης κινηματογραφικής-και θεατρικής-παρέας της εποχής με προεξέχοντες θαμώνες τον Νίκο Τσιφόρο, τον Αλέκο Σακελλαριο, τον Κώστα Πρετεντερη, τον Γιώργο Γιαννακοπουλο, τον Γιώργο Λαζαριδη, τον Ορέστη Λάσκο, τον Βασίλη Αυλωνίτη, τον Νίκο Σταυρίδη.

Τέλος, σημαντικός πόλος της νυχτερινής ζωής της Φωκίωνος ήταν και το κέντρο «Ιγκλού» στο οποίο εμφανίσθηκαν ο Βαγγέλης Παπαθανασίου και ο Ντέμης Ρούσος πριν από τη διεθνή τους καριέρα.

ΠΗΓΗ :http://www.mathsforyou.gr/

1 σχόλιο: